Γάμπες φτωχικές, με παντούφλες

Το άρθρο μου που δημοσιεύθηκε την περασμένη Δευτέρα 4 Μαρτίου στο Capital.gr τιτλοφορούνταν «Άλμα Εις Βάθος». Διελάμβανε την κατάσταση της εκπαίδευσης καθώς και της γενικής παιδείας στη χώρα μας κατά τα τελευταία χρόνια. Εάν το συνόψιζα σε τρεις φράσεις θα ήταν οι εξής: Τα κρατικά πανεπιστήμια, κυρίως δε τα κρατικά σχολεία, δεν δίνουν στα σημερινά παιδιά επαρκή φώτα. Οι μαθητές και οι φοιτητές πέφτουν θύματα βάναυσης, ταξικότατης, αδικίας. Βγαίνουν στην κοινωνία απροετοίμαστοι για να αντιμετωπίσουν τις διαρκώς αυξανόμενες προκλήσεις της. Αντί η κυβέρνηση να απαγορεύει τα ιδιωτικά πανεπιστήμια και να έχει στην μπούκα τα ιδιωτικά σχολεία, χρέος θα είχε να ανεβάσει παντί τρόπω το επίπεδο των δημόσιων ιδρυμάτων.

Ο κύριος Νίκος Σαραντάκος -υπάλληλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης πλην διαπρύσιος κήρυκας του ΟΧΙ στο δημοψήφισμα του 2015, ερασιτέχνης φιλόλογος, φανατικός στο να ξεπλένει τα γλωσσικά ολισθήματα του Αλέξη Τσίπρα, τους αλλεπάλληλους σολοικισμούς και τους βαρβαρισμούς του- διάβασε το άρθρο μου. Και ενώ άφησε την ουσία του παντελώς ασχολίαστη, εντόπισε δύο θανάσιμα σφάλματα. Πρώτον ότι χρησιμοποίησα -εκ παραδρομής- τη λέξη «όλα» αντί του σωστού «μόνο». Δεύτερον ότι ονόμασα, λανθασμένα κατά την άποψη του, έναν συλλογισμό «επαγωγικό» αντί για «παραγωγικό».

«Ο Χωμενίδης είναι άσχετος περί την επιστήμη της λογικής! Πώς τολμά να μιλάει;» ανέκραξε. Και με σαρδόνιο χαμόγελο με πέταξε στο διαδικτυακό πλήθος για να με λοιδωρήσει, να με χλευάσει, να με κάνει με τα κρεμμυδάκια. Την επιούσα, η κυρία Βάσω Κιντή -ουχί ερασιτέχνις μα καθηγήτρια φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών- απεκατέστησε την αλήθεια. «… Το επιχείρημα που παραθέτει ο Χωμενίδης μπορεί να θεωρηθεί επαγωγικό και όχι παραγωγικό» έγραψε. Χαμένος κόπος. Στο πρόσωπό μου είχε ήδη κατασυκοφαντηθεί ο «σάπιος πνευματικός κόσμος», η «συστημική υποκρισία», η «αριστεία»… Σάμπως εγώ να έχω ποτέ κορδωθεί σαν «πνευματικός άνθρωπος» – «πνευματικοί άνθρωποι είναι μόνο τα μέντιουμ!» έχω ίσα-ίσα αστειευθεί επανειλημμένως. Σάμπως να έχω διεκδικήσει για τον εαυτό μου τον τίτλο του άριστου.

Ο κύριος Ευτύχης Βαρδουλάκης, επικοινωνιολόγος, προσκείμενος στη Νέα Δημοκρατία, ανέβασε στον λογαριασμό του στο facebook στις 8 Μαρτίου, Ημέρα της Γυναίκας, μια φωτογραφία με έξι γυναικείες γάμπες. «Κορίτσια να σας χαιρόμαστε!» έγραψε. Σάλος (υποκινούμενος και σε αυτήν την περίπτωση) ξέσπασε στο διαδίκτυο. Τι σεξιστή τον είπαν, τι χυδαίο φαλλοκράτη, τι ότι προσβάλλει το φεμινιστικό κίνημα τον κατηγόρησαν. «Είναι καρέ από ταινία του Τρυφώ» διευκρίνισε ο Βαρδουλάκης. «Άσε τα ψόφια!» του απάντησαν οργίλοι. «Την έβγαλες εκτός πλαισίου για να θίξεις τις γυναίκες! Τέτοιοι είστε εσείς τής επάρατης νεοφιλελεύθερης Δεξιάς!»

«Έχουμε μπλέξει με τρελούς;» θα αναρωτηθείς, με το δίκιο σου, αγαπητέ, αναγνώστη. «Βρισκόμαστε διαρκώς στο στόχαστρο χολερικών τύπων, οι οποίοι διυλίζουν τον αντίπαλο κώνωπα ενώ καταπίνουν την ημέτερη κάμηλο; Που εναγκαλίζονται το γράμμα της πολιτικής ορθότητας και φραγγελώνουν ανελέητα όποιον κρίνουν ότι λοξοδρομεί; Ή πρόκειται για κομματόσκυλα, τα οποία δεν πιστεύουν γρι από όσα διατείνονται και παριστάνουν απλώς τους υπερευαίσθητους μπας και περισώσουν κάτι από το πολυδιαφημισμένο «ηθικό πλεονέκτημα» της «Πρώτης Φοράς Αριστεράς»;»

Συμβαίνουν -φοβάμαι- και τα δύο.

Οι κυνηγοί μαγισσών, οι ιεροξεταστές που έκαιγαν γυναίκες τον 16ο και τον 17ο αιώνα, διαπνέονταν από ειλικρινή -πλην διεστραμμένη- χριστιανική πίστη. Το έλεγαν και το εννοούσαν στο ακέραιο ότι οι κοκκινομάλλες ήταν ενεργούμενα του Σατανά.

Οι μακαρθικοί -εξαιτίας των οποίων δεινοπάθησε η καλλιτεχνική κυρίως Αμερική απ’ την επαύριο του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου- θεωρούσαν εαυτούς σταυροφόρους του Ελεύθερου Κόσμου. Φαντασιώνονταν ότι ο Ζυλ Ντασέν, ακόμα και ο Τσάρλι Τσάπλιν, είχαν μολυνθεί από τους Σοβιετικούς. Έπρεπε συνεπώς αν όχι να εξοντωθούν φυσικά, να ευνουχιστούν τουλάχιστον καλλιτεχνικά.

Τα κομμουνιστικά κόμματα ουδέποτε διακρίνονταν για τα ανοιχτά τους ήθη. Ούτε βεβαίως για την ανεκτικότητά τους. «Ο μη μεθ’ ημών καθ’ημών» ήταν το κυρίαρχο δόγμα. Η ισότητα των φύλων διακηρυσσόταν και εφαρμοζόταν υπό τον απαράβατο όρο γυναίκες και άνδρες να πρόσκεινται στο καθεστώς. Εάν μια γυναίκα διαφωνούσε ή εάν δεν έσπευδε να αποκηρύξει τον αντιφρονούντα άνδρα της, την περίμενε το στρατόπεδο συγκέντρωσης. Εκεί ασφαλώς κουρελιαζόταν κάθε πτυχή της αξιοπρέπειάς της, της γενετήσιας μη εξαιρουμένης. Όσο για την ομοφυλοφιλία αντιμετωπιζόταν από τον σταλινισμό σαν έγκλημα καθοσίωσης.

Το ντόπιο αριστερό ιερατείο δεν μπορούσε βεβαίως να διαφέρει. Καχύποπτα κοίταξε τον Μίκη Θεοδωράκη όταν χρησιμοποίησε στον «Επιτάφιο» μπουζούκι, που το θεωρούσε έμβλημα του λούμπεν προλεταριάτου. Αμείλικτα καταδίκασε το ροκ εν ρολ, χαρακτηρίζοντάς το υποπροϊόν του αμερικάνικου καπιταλισμού. Με κρύα καρδιά δέχθηκε την πολιτιστική έκρηξη της δεκαετίας του ’60, μόνο και μόνο επειδή έφερνε κοντά της τη νεολαία. (Αξίζει να διαβαστεί σχετικά η «Χαμένη Άνοιξη» του Στρατή Τσίρκα ως μυθιστόρημα αλλά και ως ντοκουμέντο.)

Με τη Μεταπολίτευση, η στάση της επίσημης Αριστεράς μαλάκωσε – ο Μάης του ’68 είχε ελευθεριακό πνεύμα ενώ από τη διάσπαση του ΚΚΕ είχε προκύψει το σαφώς πιο ανοιχτόμυαλο ΚΚΕ εσωτερικού. Εάν ανατρέχατε πάντως στον «Ριζοσπάστη» της δεκαετίας του ’80, θα κρατούσατε την κοιλιά σας από τα γέλια με τα όσα έσουρνε στον Γούντυ Άλλεν, χαρακτηρίζοντάς τον σκηνοθέτη της παρακμής. Δεν θα πιστεύατε δε την αριστερή κριτική στη «Στέλλα» του Μιχάλη Κακογιάννη όταν είχε η ταινία πρωτοπροβληθεί. «Αντί να έχει ως ηρωίδα κάποια γυναίκα του λαού η οποία παλεύει όχι μονάχα για την επιβίωση της μα και για έναν καλύτερο κόσμο, ασχολείται με ένα γύναιο που κινείται στον υπόκοσμο…» ήταν το μεδούλι της.

«Πιό πολύ με ενοχλεί η ταξική προέλευσή τους» έγραψε κάποιος για τις γάμπες του Τρυφώ που ανέβασε προχθές ο Βαρδουλάκης. «Γάμπες στρουμπουλές, φτωχικές και με παντούφλες αποκλείονται από το πορτ-μοντέ των αρίστων.»

Τότε το έλεγαν σοσιαλιστικό ρεαλισμό, ζντανοβισμό. Σήμερα το έχουν βαφτίσει δικαιωματισμό, μεταφεμινισμό, πολιτική ορθότητα. Πάντοτε παραμένει η ίδια πηχτή ανοησία.

Του Χρήστου Χωμενίδη | www.capital.gr