ἀθλιότης

status κοινωνία πολιτική

Άθλια πολιτικός, τρισάθλια αισθητική.

Ο μόνος χαμένος αγώνας είναι αυτός που δεν γίνεται. Κι όμως μέσα από το κόμμα αγαπητέ, μέσα στο ίδιο το σύστημα.

Ραχήλ Μακρή


αθλιότητα η [aθliótita] Ο28 : η ιδιότητα εκείνου που είναι άθλιος1. α. πολύ κακή κατάσταση: Οικονομική / κοινωνική / πνευματική / ηθική ~. H χώρα θα βυθιστεί στην ~, αν παραμελήσει την εκπαίδευση. || δυστυχία, ταλαιπωρία: Zει σε μεγάλη ~. β. (συνήθ. πληθ.) ανήθικη πράξη: Έκανε πολλές αθλιότητες για να πλουτίσει.

[λόγ. < αρχ. ἀθλιότης, αιτ. -ητα]